Η ματριόσκα, η τσιγγάνα και το μαρτυριάρικο σακίδιο.

Updated: Jun 11, 2020

Πριν κάποια χρόνια, 20 για την ακρίβεια, περπατούσα σε κάποια στενά στην Ιταλία, συγκεκριμένα στην Bologna, ήταν απόγευμα και για καλή μου, ή για κακή μου τύχη (μα και η καλή και η κακή γίνηκαν ένα) είχαν στήσει ξένοι διαφόρων πολιτισμών ένα παζάρι και πουλούσαν ότι βάλει το μυαλό σου. Εκείνη την ημέρα έμελε να μάθω ένα από τα μυστικά της επιστήμης της οποίας το μονοπάτι έχω ακολουθήσει.

Ας τα πάρουμε, όμως, όλα από την αρχή.

Ήταν άνοιξη , ήμουν φοιτήτρια ψυχολογίας στην Parma και είχα ξυπνήσει εκείνο το πρωί με μια επιθυμία να κάνω ένα ταξίδι, ηθελα να κάνω ένα ταξίδι μόνη μου, δεν ήταν ακριβώς τάση φυγής από όλα και από όλους γιατί όπου και να πήγαινα πάντα τους κουβαλούσα όλους και όλα και τέλος πάντων δεν είχα ακόμα και τόσους σε εκείνη τη φάση της ζωής μου από τους οποίους θα ήθελα να ξεφύγω, εκεί σχεδόν ολομόναχη στον βορά της Ιταλίας , αργότερα βέβαια θα καταλάβαινα πως οι τάσεις φυγής έχουν να κάνουν μόνο με τον ίδιο μας τον εαυτό, αυτόν δεν αντέχουμε και από αυτόν δεν ξεφεύγουμε παρά μόνο βουτώντας σε συμπτώματα που και πάλι δεν μας ελευθερώνουν μα μας καθηλώνουν ακόμα πιο πολύ. αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία.

Ήμουν 20 χρόνων τότε, αντάρα στο κεφάλι, φουρτούνα στο σώμα, μόνη σε μια ξένη πατρίδα, με βαριά άγκυρα την οικογένειά μου και γερή κουπαστή τα όνειρα μου. Κατευθύνθηκα στο σταθμό με μια ροζ τσάντα στην πλάτη, με λίγα χρήματα στο πορτοφόλι και δίχως να ξέρω που πάω. Αισθανόμουν ένα σφίξιμο στο στομάχι και μια γλυκιά ζαλάδα στο κεφάλι.

Αυτό θα ήταν το πρώτο μου ταξίδι δίχως σκοπό.

Μπορεί να είχα πάει μίλια μακριά από τους γονείς μου αλλά ο σκοπός ήταν ιερός, να γίνω αυτό που από τότε που έμαθα πως υπάρχει ως ιδιότητα ηρεμούσε το μέσα μου, από τα 14, ίσως και λίγο πριν, ανακοίνωνα με σιγουριά «θα γίνω ψυχολόγος».

Εδώ δεν υπήρχε κανένα σχέδιο, και όμως αισθανόμουν πως αυτό έπρεπε να γίνει.

Και έτσι έγινε.

Με κλειστά τα μάτια ακούμπησα τον χάρτη με τις κοντινές διαδρομές (δεν είχα λεφτά για διαμονή) και το δάχτυλο σταμάτησε στην Bologna!

Επιβιβάστηκα στο τρένο, κρατούσα τα εισιτήρια μου σαν τυχερό λαχείο.

Μέσα σε λίγη ώρα είχα φτάσει. Δεν είχα ιδέα τι έπρεπε να κάνω, που έπρεπε να πάω. Σταμάτησα μπροστά σε μια λίμνη. Πήρα μια βαθιά ανάσα και είπα ψιθυριστά «και τώρα ας χαθώ».

Και καθώς χανόμουν, βρέθηκα μπροστά από έναν πάγκο με ξύλινες ματριόσκες, η κάθε μια ξεχωριστή από την άλλη, μα με μέσα τους πανομοιότυπες μικρότερες τους.

«έλα εδώ» μου είπε σε σπαστά ιταλικά μια τσιγγάνα «πάρε αυτές, έχουν μέσα μυστικό, θα γίνεις μεγάλη ψυχολόγος μια μέρα» .

«Αδύνατον!» σκέφτηκα και αισθάνθηκα να διαπερνά ρεύμα την ραχοκοκαλιά μου, σαν υπνωτισμένη έβγαλα τα χρήματα και της τα έδωσα. Εκείνη έχωσε σε ένα χάρτινο σακουλάκι, μάλλον από φρούτα, το εμπόρευμα και μου το έδωσε.

Έβαλα βιαστικά την, πολλές γενεές υποσχόμενη, ματριόσκα στην τσάντα και καθώς απομακρυνόμουν αισθάνθηκα την ανάσα της στο σβέρκο μου «για να γίνεις καλή και δυνατή γυναίκα και να δουλέψεις με ανθρώπους πρέπει να κουβαλάς πάντα τους ανθρώπους μέσα σου... πιο πολύ τις γυναίκες, γιατί είσαι γυναίκα, μάθε τις γυναίκες της οικογένειας σου, θύμωσε τους, αγάπησε τες και βρες διαφορές και ομοιότητες»

εγώ... καθώς την άκουγα είχα μετατραπεί σε κοκαλωμένο μικρό σκιάχτρο και έδιωχνα κάθε πουλί σκέψης από το χωράφι της λογικής.

«Μα, πως το κάνεις;» Ψέλλισα... και εκείνη χαμογέλασε , νομίζω για να μου δείξει τα δυο της χρυσά δόντια, και συνέχισε «έλα δώσε μου το χέρι σου γιατί σε συμπάθησα, θα σου πω και αλλά».

Είπα ένα «ευχαριστ....» και το «ω» το πήρε ο αέρας καθώς το είχα βάλει έντρομη στα πόδια.

Τρεχάτε ποδαράκια μου να με σώσετε από την μάγισσα... έφτασα, ούτε ξέρω και εγώ πως, μπροστά στους πύργους Torre Asinelli και Torre Garisenda.

Βρήκα μια σκιά, έριξα κάτω το σακίδιο μου και έκατσα δίχως να το σκεφτώ, σχεδόν σωριάστηκα στον δρόμο.

Άνοιξα το σακίδιο, πήρα το μπουκάλι με το νερό και έβγαλα μαζί και την ματριόσκα... άνοιξα μια-μια τις «μανάδες« και έφτασα ως την τελευταία, την μικροσκοπική, την επιλεγμένη να παραμένει αιώνια κόρη-παιδί , και τις έβαλα παραταγμένες μπροστά μου, ήταν ολόιδιες, όμως , σιγά σιγά εμφανίζονταν κρυμμένες διάφορες, σε κάποιες πινελιές τους, σε μικρά μέρη των χρωμάτων των ρούχων τους, των ματιών τους.

Με κατέκλυσε δέος.

Το ίδιο δέος αισθάνομαι ακόμα κοιτάζοντας τες! Κάθε γενεά ίδια και κάθε μια διαφορετική, δύσκολα το αναγνωρίζει κανείς και εύκολα ξεγελιέται προκειμένου να μην χάσει το βόλεμα των συνηθειών του.

Και όταν οι παλμοί της καρδιάς μου ηρέμησαν και άρχισα να βάζω τις ματριόσκες ξανά την μια μέσα στην άλλη, κοίταξα το ροζ μου σακίδιο και όλα γίναν πιο καθαρά μπροστά μου και αισθάνθηκα πως το πρώτο μου ταξίδι «δίχως σκοπό» , αποκάλυψε έναν σκοπό... ήταν ξάφνου σαν να είχα γίνει μάρτυρας της αλήθειας του κόσμου...

Άρπαξα ένα στυλό και άρχισα να γράφω σαν υπνωτισμένη, σαν κάποιος να μου υπαγόρευε

«πρόσεχε! Να μην ακούς μόνο όσα μπαίνουν στα αυτιά σου ή πιο καλά, όσα μπαίνουν στα αυτιά σου μολύνονται από όσα φοβάται πως θα ακούσει η ψυχή σου.

Να βλέπεις, μα να μην βλέπεις μόνο με τα μάτια ή πιο καλά, όσα βλέπεις μολύνονται με όσα φοβάται πως θα δει η ψυχή σου.

Να αγγίζεις μα να μην μένεις μόνο στο άγγιγμα ή πιο καλά, όσα αγγίζεις να είσαι υποψιασμένος πως φιλτράρονται από την ψυχή σου, αν εκείνη φοβάται τότε το άγγιγμα θα τρέμει, αν εκείνη γαληνεύει τότε το άγγιγμα θα δίνει φως.

Να έχεις πάντα στο μυαλό ψυχραιμία και να ακούς τις σκέψεις σου, τις αμφιβολίες σου , αν κάτι σε πανικοβάλει, σε τρομάζει σε ερεθίζει, σε γεμίζει δέος, αν αν αν... τότε πάντα να έχεις δεύτερες και τρίτες σκέψεις και να ψαχουλεύεις μέσα σου και γύρω σου, να δέχεσαι την αλήθεια των άλλων, σαν αλήθεια, αλλά να ξέρεις πως υπάρχουν τελικά αλήθειες πολλές»

Έχω ακόμα αυτό το χαρτί, τα είχα γράψει όλα αυτά στη χάρτινη καφέ σακούλα μέσα στην οποία είχε βάλει εκείνη η τσιγγάνα την ματριοσκα.

Εκεί ανάμεσα στους δυο πύργους που συναγωνίζονταν ο ένας τον άλλο σε ύψος, κύρος και αίγλη, εκεί εγώ, ανάμεσα τους, είχα ανακαλύψει μια τόση δα και συγχρόνως απέραντη αλήθεια, πως αν μέσα σου κάτι θες να το πιστέψεις τότε τα βάζεις με τον ίδιο το θεο της λογικής και τολμας, κάποιες φορές με μεγάλη αναίδεια ακόμα και να τον παρακάμψεις.

Γιατί, τελικά, ήθελα τόσο να πιστέψω εγώ η 20 χρόνων τότε ασχημάτιστη γυναίκα πως θα γινόμουν μεγάλη, πως τα όνειρα μου θα γινόντουσαν πραγματικότητα μα συγχρόνως με τρόμαζε πως, ίσως μαγικά, κάποια άγνωστη και μάλιστα γυναίκα θα μου αποκάλυπτε το μέλλον.

Η αλήθεια είναι πως η γυναίκα αυτή ήξερε να επιβιώνει και όχι μόνο ήξερε να μιλά ιταλικά αλλά ήξερε να διαβάζει και ελληνικά και φαντάζεστε τι διάβασε; Στη ροζ μου τσάντα είχα γράψει με ελληνικά (για να μην γίνω εντελώς ρεζίλι στους συμφοιτητές μου που ήταν μόνο ξένοι) «ονειρεψου και θα γίνεις αυτό που ονειρεύεσαι, ψυχολόγος όνειρο ζωής».

Έβαλα τα πράγματα στην τσάντα μου, ξεσκόνισα το παντελόνι μου, ζεύτηκα το μαρτυριάρικο σακίδιο μου και πήγα να φάω spaghetti bolognese.

20 χρόνια μετά, έχω ακόμα το σακίδιο, το χαρτί και την ματριοσκα με όλες όσες κουβαλούσε μέσα της.

Αισθάνομαι μόνο κάποιες φορές μια ανησυχία γιατί έχασα την πιο μικρή, σα να εξαφανίστηκε, εκείνη που δεν «γεννά».

Βρίσκω ενδιαφέρον όμως το ότι έγινα και εγώ η ίδια με τη σειρά μου μια ματριόσκα (γεννώντας την κόρη μου) την ίδια περίοδο που έχασα το μικρό ματριοσκάκι που δεν κουβαλά κανέναν μέσα του και θέλοντας να πιστεύω που και που σε όλα αυτά τα παράλογα κάνω την σκέψη πως στην πραγματικότητα δεν έχει χαθεί, έχει πάει κάποιο ταξίδι μοναχικό ώστε να ψάξει τον εαυτό της και να καταφέρει με τη σειρά της να γεννήσει , όχι απαραίτητα παιδιά, να γεννήσει ιδέες, σκέψεις, θαύματα και να γεννήσει κυρίως την ίδια μαζί με όσα έχει τολμήσει να ονειρευτεί και με όσα αγαπά.





64 views0 comments

6908448439

©2020 by Souzana_Anna_Papafagou. Proudly created with Wix.com